Σε ακόμη μια ανατροπή της έννοιας της οικογένειας, με τον κατ’ έθιμο κοινωνικό ορισμό της, προχώρησε το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, στην υπό κρίση συγκεκριμένη υπόθεση πατέρα, ο οποίος ζητούσε να επιστρέψει η μητέρα και το κοινό παιδί τους, από την Ελλάδα, όπου μονομερώς αποφάσισε η μητέρα να παραμείνει με το παιδί, στην κοινή κατοικία που είχαν από την ημέρα του γάμου τους, έως και τον 8ο μήνα της εγκυμοσύνης της.
Τότε, κατά το 8ο μήνα της κύησής της, η μητέρα ζήτησε από τον πατέρα να μεταβεί εκείνη από τον τόπο κατοικίας τους, στην Ιταλία, στον τόπο κατοικίας των γονέων της, στην Ελλάδα, με το πρόσχημα (όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων) να έχει βοήθεια από τους γονείς της. Στη συνέχεια και σύμφωνα με το κατά λέξη σκεπτικό της 1796/2023 απόφασης του Αρείου Πάγου, «… Ο αιτών ισχυρίζεται ότι συνήνεσε να διαμείνει το τέκνο στην Ελλάδα μέχρι τον Μάιο του έτους 2016, οπότε ανέμενε την επιστροφή της καθ’ ης και του νεογέννητου τέκνου τους και ότι από τον Ιούνιο η τελευταία αποφάσισε μονομερώς να παραμείνει στην Ελλάδα μαζί με το τέκνο και έκτοτε παρακρατεί παράνομα το τέκνο στην Ελλάδα στην ανωτέρω κατοικία της χωρίς τη συγκατάθεσή του……..
Είναι γεγονός ότι το τέκνο γεννήθηκε στην Ελλάδα όχι για λόγους τυχαίους ή ανωτέρας βίας, αλλά σύμφωνα με την κοινή βούληση των διαδίκων γονέων του, προκειμένου ως προαναφέρθηκε, να τύχει η καθ’ ης της συμπαράστασης της πατρικής της οικογενείας πριν τον τοκετό καθώς και κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών ζωής του τέκνου. Επιπλέον ουδέποτε υπήρξε γεωγραφική μετακίνηση του παιδιού από ένα τόπο σε έναν άλλο. Το τέκνο έχει γεννηθεί σε κράτος μέλος (Ελλάδα) το οποίο είχε καθοριστεί με κοινή βούληση των διαδίκων και διαμένει αδιαλείπτως με την καθ’ ης μητέρα του υπό την επιμέλειά της για μεγάλο χρονικό διάστημα (ήδη κατά τη συζήτηση της αίτησης 19 μήνες), ήτοι σε κράτος μέλος διαφορετικό εκείνου στο οποίο βρισκόταν ο τόπος συνήθους διαμονής των διαδίκων – γονέων του – πριν τη γέννησή του (Ιταλία).
Συνεπώς, η αρχική πρόθεση των διαδίκων περί επιστροφής της καθ’ ης και του τέκνου στο τελευταίο αυτό κράτος (Ιταλία), δεν συνεπάγεται ότι η συνήθης διαμονή του τέκνου είναι κατ’ ανάγκη αυτή των γονέων του πριν τη γέννησή του. Τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της έννοιας της “συνήθους διαμονής” κατά τον Κανονισμό 2201/2003 και θα αντέβαινε στην αποτελεσματικότητα της διαδικασίας επιστροφής και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.
Συνεπώς, η άρνηση της καθ’ ης να επιστρέψει με το τέκνο στην Ιταλία, δεν συνιστά “παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση” του τέκνου κατά την έννοια του άρθρου 11 του Κανονισμού..”. Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 8, 12 και 13 της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης “για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών” (Ν. 2102/1992) και του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 1510 και 1518 ΑΚ., καθόσον σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η συνήθης διαμονή του ανήλικου τέκνου των διαδίκων είναι στην Ελλάδα, όπου γεννήθηκε και διαμένει έκτοτε και δεν μετακινήθηκε ούτε κατακρατείται παράνομα από την αναιρεσίβλητη σε τόπο όπου δεν έχει τη συνήθη διαμονή του. Και τούτο διότι, η βούληση των διαδίκων ήταν το τέκνο τους να γεννηθεί στην Ελλάδα και να διαμείνει εκεί κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του μαζί με τη μητέρα του (αναιρεσίβλητη), η δε άρνηση της τελευταίας να επιστρέψει το ανήλικο τέκνο στην Ιταλία, δεν συνιστά παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση αυτού, αφού ο τόπος της συνήθους διαμονής του δεν ήταν στην Ιταλία. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος».



