Το κρεσέντο ανεπάρκειας της Ελληνικής Δικαιοσύνης να διαχειριστεί οικογενειακές υποθέσεις, όπως αποδεικνύεται στην πράξη, από τις δημοσιευμένες Δικαστικές αποφάσεις επί του ιδίου οικογενειακού ζητήματος, συνεχίζεται κλιμακούμενο σε σοβαρότητα και μάλιστα, εκθετικά!
Για την ίδια οικογενειακή υπόθεση λοιπόν, στην οποία αναφέρονταν τα ρεπορτάζ των τελευταίων δυο ημερών (την Κυριακή 4 και τη Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026) έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εστιάσουμε πως ακριβώς αποδόθηκε η επιμέλεια των δυο ανηλίκων παιδιών στην αποξενώτρια μητέρα. Με ποιο σκεπτικό δηλαδή, η κυρία Πρόεδρος, του αρμοδίου για την επιμέλεια Μονομελούς Πρωτοδικείου έλαβε την απόφασή της και απέδωσε την επιμέλεια στη μητέρα, δεδομένου ότι υπήρχαν συγκεκριμένες αντιρρήσεις από την πλευρά του αντιδίκου/πατέρα.
Η εστίαση αυτή έχει πολύ “ψαχνό”, όπως συνηθίζεται η έκφραση στα δημοσιογραφικά γραφεία, όταν ένα ρεπορτάζ παρέχει πλούσια αποδεικτική και αποκαλυπτική πρώτη ύλη προς δημοσιοποίηση… Πολύ “ψαχνό” και ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον. Για να δούμε…
Στις δυο προηγούμενες αναφορές διαπιστώθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας, από τις δυο αντιφατικές Δικαστικές αποφάσεις της ίδιας Προέδρου, του ίδιου Δικαστηρίου, επί του ίδιου αντικειμένου, με τα ίδια στοιχεία, αλλά με 3,5 χρόνια διαφορά (2018 – 2021), ότι υπήρξε σοβαρό σφάλμα από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την πρώτη απόφαση του 2018. Και πως αυτή η εσφαλμένη απόφαση “ήταν καθοριστική για την πλήρη αποξένωση του πατέρα και ΟΛΗΣ της πατρικής γραμμής”, όπως χαρακτηριστικά τονίσθηκε στο “Συμπέρασμα” της ανάρτησης.
Για την επιμέλεια αυτών των δυο παιδιών λοιπόν, το αρμόδιο αστικό Δικαστήριο (3ο κατά σειρά για το ίδιο θέμα) εξέδωσε την απόφασή του, για την επιμέλεια, το 2019 (ένα έτος ακριβώς, μετά την επ’ ακροατηρίω συνεδρίαση). Ο πατέρας είχε ασκήσει κι εκείνος Ανταγωγή, προκειμένου να αναλάβει ο ίδιος την Επιμέλεια των ανηλίκων, ισχυριζόμενος ευθέως, ότι “η μητέρα τους είναι ακατάλληλη για την επιμέλεια” (και λόγω της παρεμπόδισης επικοινωνίας). Οι Αγωγές των δυο γονέων συνεκδικάστηκαν στο ίδιο ακροατήριο.
Το ζήτημα της παρεμπόδισης επικοινωνίας του πατέρα με τα τέκνα, ετέθη λοιπόν, σ’ εκείνο το Δικαστήριο που αποφάσισε για την Επιμέλεια και ιδού το σκεπτικό της κυρίας Προέδρου:
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ
«… Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι παρεμποδίζει την επικοινωνία του εναγόμενου-ενάγοντος με τα ως άνω τέκνα του, με διάφορους τρόπους, ως αυτός (σ.σ. ο πατέρας) επικαλείται, μεταξύ των οποίων και με ξυλοδαρμό από τρίτα πρόσωπα…».

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ο ισχυρισμός νομικών κύκλων, ότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου που έκρινε την Επιμέλεια, θα μπορούσε (ή έπρεπε;) να αναβάλει την εκδίκαση της Επιμέλειας μέχρι να εκδώσει το Δικαστήριο της ουσίας, την Απόφασή του για την Παρεμπόδιση της επικοινωνίας, εφόσον και η ίδια η κυρία Πρόεδρος το θεωρεί αξιομνημόνευτο, στο σκεπτικό της…
Ας θυμηθούμε όμως, τι έγραψε το δεύτερο Δικαστήριο της ουσίας, του 2021, για την παρεμπόδιση και τον ξυλοδαρμό..
ΚΑΤ’ ΟΥΣΙΑΝ ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
«… ημερήσιο δελτίο οχήματος της 28-4-2014). Ακολούθως αποδείχθηκε ότι μέχρι την άφιξη των αστυνομικών οι κατηγορούμενοι δέχθηκαν επίθεση από άγνωστα άτομα με αποτέλεσμα η πρώτη των κατηγορουμένων, λόγω αναφερόμενης λιποθυμίας να διακομισθεί με ασθενοφόρο (…) ενώ ο δεύτερος παρέμεινε για να παραλάβει τα τέκνα του. Ενόψει των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι την ως άνω ημερομηνία οι κατηγορούμενοι παρεμποδίστηκαν στην άσκηση της επικοινωνίας τους με τα εγγόνια της η πρώτη και με τα τέκνα του ο δεύτερος, όπως η επικοινωνία αυτή είχε καθοριστεί με την προαναφερόμενη απόφαση και ότι εν τέλει τα ανήλικα παραδόθηκαν στους κατηγορουμένους μετά την παρέμβαση της αστυνομίας. Συνεπώς η από 23-9-2014 ένορκη κατάθεση αυτών αναφορικά με την παρεμπόδιση της επικοινωνίας είναι αληθής. Σε αυτήν δε (κατάθεση) οι κατηγορούμενοι προέβησαν όχι με πρόθεση να προκαλέσουν τη δίωξη της εγκαλούσας για την πράξη της παραβίασης δικαστικής απόφασης αλλά προς διασφάλιση του δικαιώματός τους διότι πράγματι εμποδίστηκαν στην άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας. Ομοίως αληθές αποδείχθηκε του γεγονός της επίθεσης/ξυλοδαρμού σε βάρος της πρώτης των κατηγορουμένων κατά τα προαναφερόμενα…».

Το αρμόδιο Ποινικό Δικαστήριο (του 2018) εξέδωσε όμως, την πρώτη (λανθασμένη) απόφαση (μετά από μια δίωρη εν συντομία, συνεδρίαση στο ακροατήριό του).
Έτσι, όταν εκδίδεται η Απόφαση για την οριστική Επιμέλεια (το 2019), ο πατέρας δεν έχει αποδεικτικά στοιχεία ν’ αντιπαραθέσει στην Απόφαση της Επιμέλειας, για ασκήσει Έφεση. Διότι, εάν από το πρώτο καθ’ ύλην αρμόδιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο (Ποινικό Δικαστήριο) είχε αναδειχθεί η αλήθεια και είχε εκδοθεί καταδικαστική Απόφαση για την Αποξενώτρια, το μέλλον των συγκεκριμένων ανηλίκων θα ήταν ίσως, διαφορετικό…
Ποιο και πόσο μεγάλο είναι λοιπόν, το μερίδιο ευθύνης και της κυρίας Προέδρου του Δικαστηρίου της Επιμέλειας, τόσο για την πορεία, όσο και για τη μέχρι σήμερα κατάληξη των δυο ανηλίκων, που έχουν να δουν τον πατέρα τους περισσότερο από μια δεκαετία;
Θα ήταν ίδια η κρίση του Ποινικού Δικαστηρίου, αν γνώριζε ότι η απόφασή του επηρεάζει την απόδοση της Επιμέλειας ή θα ερευνούσε ίσως, πιο προσεκτικά την υπόθεση;



